Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

«Ένα μικρούλι ματωμένο αποτύπωμα στο δάχτυλο που γράπωσε το μωρό εκείνο το βράδυ. Σήμερα θα γινόταν δύο μηνών»

«Ένα μικρούλι ματωμένο αποτύπωμα στο δάχτυλο που γράπωσε το μωρό εκείνο το βράδυ.  Σήμερα θα γινόταν δύο μηνών»..η ζωή που ξεκίνησε «ανεπιθύμητα» και έκλεισε στον κάδο απορριμμάτων της γειτονίας.. η Μήδεια αποτυπώθηκε στην ιστορία καθως διέπραξε το πλέον αχαρακτήριστο και βίαιο εγκλημα, δολοφόνησε τα παιδιά της… Στο διήγημα* παρατίθενται σκέψεις και ο κάθε ένα μπορεί να κάνει αυτοκριτική..
Τράβηξε τα σκεπάσματα ως τον λαιμό. Κρύωνε, όλο αυτόν τον καιρό κρύωνε. Νόμιζε πως πάντα θα κρύωνε στην ζωή της μετά από εκείνη την νύχτα ακριβώς δύο μήνες πριν. Στριφογύριζε στο κρεβάτι της, αλλά φυσικά ούτε κι απόψε επρόκειτο να κοιμηθεί. Το αίμα είχε ποτίσει το στρώμα, το γύρισε από την άλλη μπας και γλιτώσει από αυτήν την μεταλλική μυρωδιά, όμως ήξερε καλά, πως τίποτε δεν έσβηνε αυτήν την μυρωδιά που πότισε το στρώμα της δύο μήνες πριν. Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Αφουγκράστηκε τους ήχους από το υπόλοιπο σπίτι.  Απόλυτη ησυχία. Απόκοσμη ησυχία, ίδια κάθε μέρα αφύσικη ησυχία από εκείνη την νύχτα δύο μήνες πριν. Καλύτερα έτσι. Βουβάθηκε εκείνος, βουβάθηκαν τα πάντα. Τίποτε πια δεν είχε σημασία, ας μην ξανάκουγε τίποτε μέχρι να πεθάνει, ας ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε ακούσει εκείνος ο αδύναμος λυγμός πριν την οριστική σιωπή δύο μήνες πριν.
Βγήκε ακροπατώντας από το δωμάτιο. Ήξερε πολύ καλά, πως ακόμη και βόμβα να έπεφτε, εκείνοι δεν θα ξεμύτιζαν από το δωμάτιό τους , τώρα είχαν αλλάξει οι κανόνες, εκείνη έδινε το τέμπο της ζωής τους, εκείνη ήταν ο κυρίαρχος, εκείνη, από εκείνο το βράδυ δύο μήνες πριν. Ήθελε να μπει στο δωμάτιό τους, να τους κοιτάξει στα μάτια πριν τους τα βγάλει, να τους κοιτάζει στα μάτια, όπως ποτέ δεν την κοίταξαν αυτοί από εκείνη την νύχτα δύο μήνες πριν.
Αλλά δεν θα το έκανε. Τίποτε δεν θα έκανε, το ήξερε, μέσα της πέθανε εκείνη την νύχτα, δύο μήνες πριν.
Αλήθεια, πόσα χρόνια πριν άρχισε το μαρτύριό της; Δέκα, δεκαπέντε; Δεν θυμόταν. Ήταν κάποτε παιδί, ήταν ποτέ μικρό κορίτσι; Δεν θυμόταν.
Κοίταξε το δωμάτιο. Φθαρμένα έπιπλα, παλιά, γερασμένα, αφρόντιστα, άσχημα. Σαν την αύρα του σπιτιού, έστεκαν ασάλευτα, έβλεπαν μα δεν μιλούσαν, δεν μαρτυρούσαν τι γινόταν σ αυτό το σπίτι χρόνια τώρα. Κοίταξε πιο προσεκτικά. Μαρτυρούσαν. Οι στάμπες στην πλάτη του καναπέ, παλιό ξεραμένο αίμα. Κάτω από το σεμέν το μπουφέ, μια λακκούβα από γροθιά. Το ράγισμα του καθρέφτη, σπάσιμο από ποτήρι που πετάχτηκε. Οι φωτογραφίες, παλιές, ξεθωριασμένες, όλες σε κορνίζες ραγισμένες στις άκρες, άλλες χωρίς τζάμι, γιατί όλο και κάποια εκσφενδονιζόταν στους άπειρους καβγάδες. Μαρτυρούσαν, αλλά όχι τόσο φανερά που να φέρουν κάποιον να την λυτρώσει από το μαρτύριό της.  Κοίταξε πιο προσεκτικά. Έλειπε η φωτογραφία του γάμου τους; Ανασήκωσε τους ώμους. Καλύτερα, αηδίαζε πάντα όταν την έβλεπε, ο φερετζές της δυστυχίας της ήταν.
Γύρισε την πλάτη, ένιωσε μια αναγούλα, έτρεξε στο μπάνιο. Ένας λυτρωτικός εμετός της ήρθε, σπαστικός, αντανακλαστικός. Έκανε πάντα εμετό όταν τους έβλεπε, πάντα από εκείνη την νύχτα δύο μήνες πριν.
Ξαναχώθηκε στο δωμάτιό της. Βρόντηξε την πόρτα, στ αλήθεια δεν την ένοιαζε να την ακούσουν, στ αλήθεια δεν την ένοιαζε να την ακούσει όλος ο κόσμος, τίποτε δεν την ένοιαζε τους τελευταίους δύο μήνες. Βρόντηξε τόσο δυνατά την πόρτα, που δεν άκουσε την διπλανή πόρτα που μόλις άνοιξε.
——-
Φυσικά και δεν κοιμόταν, ίσως να χτυπούσαν την πόρτα, κάποιος έπρεπε να τους ανοίξει, σωστά; Αλήθεια, όταν έρχεται η αστυνομία για να συλλάβει κάποιον μες την νύχτα, χτυπάει κουδούνι και περιμένει; Ή σπάει την πόρτα κι ορμάει όπως συμβαίνει στις ταινίες; Δεν ήξερε, αλλά φανταζόταν πως η αστυνομία δεν θα έλεγε «ας περιμένουμε να ξυπνήσουν πρώτα» έτσι δεν είναι;
Άκουσε την κόρη της να βγαίνει από το δωμάτιο και να τριγυρνάει στο σπίτι. Το έκανε συχνά τους τελευταίους δύο μήνες, τριγυρνούσε και ξανακλεινόταν στο δωμάτιό της. Κι εκείνη περίμενε να χωθεί ξανά μέσα για να βγει. Άκουσε ότι πήγε στο μπάνιο και μετά ξανά στο δωμάτιο. Μόλις βεβαιώθηκε πως κλείστηκε ξανά μέσα, βγήκε. Πήγε στο σαλόνι και κάθισε εκεί στα σκοτεινά απέναντι από τον μπουφέ και κάρφωσε τα μάτια της στο κενό, εκεί που κάποτε ήταν η νυφική φωτογραφία της. Είχε όνειρα όταν παντρεύτηκε, καλός της είπαν ότι ήταν, νοικοκύρης από τους λίγους, λίγο κλειστός, αλλά τι τα θες, ο άντρας πρέπει να είναι σοβαρός, οι σαχλοί δεν κάνουν για οικογένεια.
Την πήρε μακριά από τους δικούς της κι όταν κατάλαβε πως έμεινε έγκυος, έφαγε το πρώτο γερό ξύλο της ζωής της. Πέντε μέρες έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι και την έκτη, την πήγε στον γιατρό για να το ξεφορτωθούν το μούλικο. Όταν ο γιατρός τους είπε πως ήταν πια αργά, έφαγε το δεύτερο ξύλο, αυτήν την φορά μόνο στην κοιλιά, γιατί όπου δεν μπορεί ο γιατρός, μπορεί αυτός.
Η μάνα της την ανησυχούσε που την έβρισκε όλο στο κρεβάτι, μα αυτός την διαβεβαίωνε πως την προσέχει και δεν υπάρχει λόγος να έρθει κοντά τους. Κι εκείνη την διαβεβαίωνε, θα μπορούσε να πει τα πάντα αρκεί να γλίτωνε το ξύλο.
Την νύχτα που γεννήθηκε η κόρη της, είδε στα μάτια του μωρού της την φυλακή της. Εκείνος έλειπε, μόνη της γέννησε, ίσα ίσα μια γειτόνισσα που πρόλαβε να την πάει στο δημόσιο μαιευτήριο. Δήλωσε πως ο άντρας της ήταν ναυτικός και την τρίτη μέρα, πήρε το μωρό της τυλιγμένο σε μια κουβερτούλα και έφυγε. Ήθελε να το πετάξει όπου έβρισκε, αλλά δεν το έκανε, ήταν μέρα μεσημέρι θα έβρισκε μπελά.  Μόλις έφτασε στο σπίτι, το παράτησε σε μια γωνία κι έκλαψε εκείνη σε μια άλλη. Το μωρό το άκουσε η γειτόνισσα κι ήρθε να βοηθήσει την νέα κι άπειρη λεχώνα, «πού να ξέρει το καημένο, μοναχό του είναι, μάνα δεν έχει;»
Την δεύτερη μέρα, φανερώθηκε εκείνος μ ένα χαμόγελο ως τ αυτιά και την μάνα της αγκαζέ, που χάλασε τον κόσμο να έρθει να την δει. Δέκα μέρες κάθισε η γιαγιά, δέκα μέρες στοργής, αγάπης κα θαλπωρής γι αυτό το τόσο δα πλασματάκι, την εγγόνα της, την πριγκίπισσα της. Μα η κόρη της βιαζόταν να την διώξει, ως πότε θα κρυβόταν, το μισούσε αυτό το πλάσμα, μακάρι να πέθαινε, μα στην αγκαλιά της γιαγιάς όλο και θέριευε. Την μέρα που έφυγε η γιαγιά, πίσω από την πόρτα που μόλις έκλεισε, ο πατέρας στάθηκε πάνω από την κούνια κι είδε πρώτη φορά την κόρη του. Τράβηξε την κουβερτούλα και σκύβοντας πάνω από το μωρό, το έφτυσε.
«Να μην σε ξαναδώ μπροστά μου σίχαμα» φώναξε.
Το μωρό, τρόμαξε κι έκλαψε.
Εκείνη γύρισε και το κοίταξε. Τα σάλια του κυλούσαν στο τρυφερό μαγουλάκι και μπερδεύονταν με τα δάκρυά του. Βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας την κόρη της να σπαράζει ώσπου ν αποκοιμηθεί με λυγμούς.
Την μισούσε. Ποτέ δεν την αγάπησε.  Την μισούσε όταν την έβλεπε να μπουσουλάει μέσα στο σπίτι. Την μισούσε όταν περπάτησε, όταν πήγε σχολείο, όταν έφερνε ζωγραφιές, επαίνους και άριστα. Την μισούσε όταν έβλεπε τα στιλπνά κατάμαυρα μαλλιά της, τα καθάρια μάτια της, το όμορφο χαμόγελό της. Την μισούσε για την γλυκιά φωνή της, για την καλοσύνη της, για την αγάπη της στα πλάσματα του Θεού, την μισούσε που υπήρχε.
Όταν είδε τον άντρα της να την κοιτάζει ξελιγωμένος, γλύκανε η ψυχή της. Επιτέλους αυτό το πλάσμα θα έπαιρνε την τιμωρία που του άξιζε. Την πρώτη νύχτα που άκουσε πνιχτά βογκητά από το δωμάτιό της, ήξερε πως το δικό της μαρτύριο τελείωσε πια. Ούτε ανώμαλες ορέξεις θα ξανανεχόταν, ούτε ξύλο. Ηρέμησε. Ο καιρός περνούσε κι επιτέλους, τα μαύρα υπέροχα μαλλιά της κόρης της θάμπωσαν το βλέμμα της έγινε ανέκφραστο, το δέρμα της σταχτί και το χαμόγελο χάθηκε για πάντα.
‘Όταν είδε την κοιλιά της να φουσκώνει, αμέσως οργάνωσε τα πάντα. Την κλείδωσε στο δωμάτιό της και διέδωσε πως έφυγε για δουλειά για ένα χρόνο μακριά. Η κόρη της μαράζωνε κι αυτή άνθιζε. Αυτός ακάθεκτος, πήγαινε κάθε βράδυ στο δωμάτιό της, δεν την ένοιαζε, γυρνούσε πλευρό και κοιμόταν ήσυχη. Έτσι κι εκείνο το βράδυ κοιμόταν όταν ένιωσε ένα τράνταγμα στον ώμο.
«Σήκω μωρή, σε χρειαζόμαστε» τον άκουσε να της λέει.
Σηκώθηκε, έριξε πάνω της μια ζακέτα, ψόφο έκανε απόψε κι αυτή η βροχή δεν λέει να σταματήσει. Πήγε στο διπλανό δωμάτιο.
Η κόρη της βογκούσε, πονούσε, ένα μαξιλάρι δάγκωνε να μην ακούγεται, η κόρη της γεννούσε.  Η κόρη της στο πλάι γυρισμένη, πονούσε, βογκούσε, έκλαιγε. Την γύρισε ανάσκελα, της άνοιξε τα πόδια «ηλίθια, καθυστερημένη, πώς θα γεννήσεις έτσι;» της φώναξε. Σαν να είδε πως την κοίταξε με απόγνωση, σαν να φάνηκε πως της φώναζε «βοήθεια» με τα μάτια, η κόρη της, που είχε χρόνια να κοιτάξει στα μάτια.
Κι ένιωσε να σπάει η ψυχή της, πώς το έκανα αυτό; Πώς την άφησα αβοήθητη; Βούλιαξε, λύγισε, πέθανε. Μηχανικά στεκόταν από πάνω της κι άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε τα μαλλιά. Τα μαλάκια της τα όμορφα, τα μαλάκια της τα ταλαιπωρημένα. Η κόρη της την κοίταξε. Με λύπη; Με απόγνωση; Με ΓΙΑΤΙ; Δεν κατάλαβε, χρόνια είχαν περάσει από τότε που διάβαζε το βλέμμα.
Ένα αδύναμο κλάμα ακούστηκε, γύρισε, κοίταξε: Ένα ματωμένο κορμάκι, ένα μωράκι, ένα ανθρωπάκι εκεί, ανάμεσα στα πόδια της, πάλευε να πάρει την πρώτη του ανάσα. Έσκυψε από πάνω του κι άπλωσε το χέρι. Εκείνο, της γράπωσε το δάχτυλο, ένα δευτερόλεπτο πριν το αρπάξει εκείνος.
«Όμορφος είναι» είπε κι έσφιξε τον λαιμό του πριν ακόμη προλάβει να πάρει την πρώτη, δυνατή ανάσα της ζωής.
Σιωπή.
Σήμερα θα γινόταν δύο μηνών. Πώς να ήταν άραγε;
Ο κόσμος πάει κι αφήνει κεράκια εκεί στον σκουπιδοτενεκέ που τον πέταξε αυτός.
Σήμερα θα γινόταν δύο μηνών.
Άραγε σε ποιόν να έμοιαζε;
Σηκώθηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Κανείς δεν φαινόταν. Ούτε φάρος περιπολικού, ησυχία.
Σήμερα θα γινόταν δύο μηνών.
Το πρωί, αθόρυβα βγήκε από το σπίτι και πήγε εκεί, στον κάδο. Αυτό το μαρτύριο έπρεπε να τελειώσει. Δεν άφησε κεράκια. Εκείνη άφησε την κορνίζα με τη νυφική της φωτογραφία, την άκρη του νήματος για να την πιάσει κάποιος και να έρθει επιτέλους να τους λυτρώσει από αυτό το μαρτύριο.
Σήμερα θα γινόταν δύο μηνών.
Κοίταξε τα χέρια της.
Ένα μικρούλι ματωμένο αποτύπωμα στο δάχτυλο που γράπωσε το μωρό εκείνο το βράδυ. Δεν το έπλυνε δύο μήνες τώρα.
Σήμερα θα γινόταν δύο μηνών.
______________
* Μάτα Βισβίκη, www.TheBlueBluez.gr (τίτλος επιλογής της συγγραφέως, «Κορνίζες»)
** Το κείμενο είναι μυθοπλασία, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου